Το Μπαλί, η Ελασσόνα και ο λιγνίτης

* Διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος

* Της Βίκυς Ι. Καραγεώργου*

Από τις 3 έως τις 14 Δεκεμβρίου πραγματοποιείται στο Μπαλί της Ινδονησίας η Σύνοδος των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές αλλαγές. Στη Σύνοδο αυτή συμμετέχουν κυβερνητικοί αξιωματούχοι από 191 χώρες, εκπρόσωποι διακυβερνητικών οργανισμών, όπως ο ΟΟΣΑ καθώς και μη κυβερνητικές περιβαλλοντικές οργανώσεις, παραγωγικοί φορείς και μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Στη διάρκεια της Συνόδου, η οποία θα ολοκληρωθεί με μια Υπουργική Συνεδρίαση, θα συζητηθούν τόσο τα αποτελέσματα των επιστημονικών εκτιμήσεων στον τομέα της κλιματικής αλλαγής όσο και τα μέτρα, που θα πρέπει να ληφθούν. Δεδομένου μάλιστα ότι η ισχύς του Πρωτοκόλλου του Κιότο εκπνέει στο τέλος του 2012, θα πρέπει κατά τη Διάσκεψη να τεθούν οι βασικοί άξονες του θεσμικού πλαισίου της μετά Κιότο εποχής, η υιοθέτηση του οποίου θα πρέπει να ολοκληρωθεί στο τέλος του 2009. Πιο συγκεκριμένα, η επιτυχία της Διάσκεψης θα κριθεί από την επίτευξη συμφωνίας σε τρία βασικά ζητήματα :

α) από την υιοθέτηση μακροπρόθεσμων στόχων μείωσης των εκπομπών, που θα συμφωνήσουν όλοι οι εκπρόσωποι των κρατών, έτσι ώστε η αύξηση της θερμοκρασίας έως το 2020 να μην ξεπερνά τους 2 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα.

β) από την ανάληψη δεσμεύσεων για τη δραστική μείωση των εκπομπών από τις αναπτυγμένες χώρες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μάλιστα έχει προτείνει την ανάληψη δέσμευσης για μείωση των εκπομπών από τις αναπτυγμένες χώρες κατά 30% έως το 2020 σε σχέση με το 1990, πρόταση που απευθύνεται κυρίως στις ΗΠΑ και

γ) από τη δέσμευση για συμμετοχή στην κοινή προσπάθεια για τη μείωση των εκπομπών του θερμοκηπίου από την πλευρά των αναπτυσσόμενων χωρών και ειδικότερα της Κίνας και της Ινδίας. Επιπροσθέτως, αποτελεί κοινή παραδοχή ότι ένας από τους βασικούς άξονες της προσπάθειας για τη μείωση των εκπομπών, που καταβάλλουν οι αναπτυγμένες χώρες συνίσταται στη σταδιακή απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, στη μεγαλύτερη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και στην ενίσχυση της συνεργασίας στην έρευνα, την ανάπτυξη και τη διάδοση καθαρών τεχνολογιών.

Παρά λοιπόν το γεγονός ότι η κλιματική αλλαγή έχει μπει στο κέντρο της διεθνούς πολιτικής ατζέντας και η πλειοψηφία των αναπτυγμένων χώρων- οι ΗΠΑ συνεχίζουν να αποτελούν τραγική εξαίρεση- καταβάλλει άοκνες προσπάθειες για τον προγραμματισμό των επόμενων διαπραγματεύσεων με στόχο τη λήψη αναγκαίων και σκληρών μέτρων, η Ελλάδα συνεχίζει να κινείται στο δικό της αστερισμό. Πιο συγκεκριμένα, οι ορατές αρνητικές μεταβολές, όπως οι τραγικές πυρκαγιές του καλοκαιριού, η μείωση των βροχοπτώσεων και η αύξηση των έντονων καιρικών φαινομένων δεν φαίνεται να έχουν ευαισθητοποιήσει την πολιτική ηγεσία της χώρας μας, η οποία εξακολουθεί να επιδεικνύει ένα σημαντικό έλλειμμα κατανόησης και αντιμετώπισης του προβλήματος.

Αντί συνεπώς η κοσμογονία, που αφορά τα καθαρά καύσιμα και τις νέες ενεργειακές τεχνολογίες να αποτελεί την αιχμή του δόρατος της ενεργειακής μας πολιτικής στο πλαίσιο αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, η Ελληνική Πολιτεία ανατρέπει την πάγια πολιτική των τελευταίων χρόνων και αποφάσισε να κάνει στροφή στην αξιοποίηση του λιγνίτη στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής. Υπό το πρίσμα αυτό θα πρέπει να ειδωθεί και η πρόσφατη δήλωση του Υφυπουργού Ανάπτυξης κ. Καλαφάτη στη Βουλή. Ο Υφυπουργός, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του βουλευτή Λάρισας κ. Βασίλη Έξαρχου, έφερε ξανά στο προσκήνιο το θέμα της αξιοποίησης των κοιτασμάτων λιγνίτη στην περιοχή της Ελασσόνας και έκανε μάλιστα αναφορά και στην υποτιθέμενη συναίνεση της τοπικής κοινωνίας.

Πριν συνεπώς κανείς προβεί σε κάποιες επισημάνσεις σε σχέση με τις ιδιαιτερότητες της περιοχής, που θα πρέπει να μας καταστήσουν εξαιρετικά προσεκτικούς αναφορικά με την αξιοποίηση του λιγνίτη, αξίζει να σημειωθεί ότι ο βασικός λόγος, για τον οποίο η πλειοψηφία των χωρών της ΕΕ με εξαίρεση την Ελλάδα έχει υιοθετήσει πολιτικές απεξάρτησης από τον άνθρακα, συνίσταται στην τεράστια περιβαλλοντική επιβάρυνση, που προκαλεί η καύση του. Πιο συγκεκριμένα, στη χώρα μας οι λιγνιτικοί σταθμοί ευθύνονται για την έκλυση 43 εκατομμυρίων τόνων διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα κάθε χρόνο, δηλαδή ποσοστό 80% του συνόλου των εκπομπών στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής ή αντίστοιχα 40% επί των συνολικών εκπομπών της χώρας. Εκτός επίσης από τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, που αποτελούν μείζων πρόβλημα για τη χώρα, ιδιαίτερη σημασία σε τοπικό επίπεδο έχουν και οι κλασικοί ρύποι (μονοξείδιο του άνθρακα, οξείδιο του αζώτου, διοξείδιο του θείου), καθώς επηρεάζουν αρνητικά την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, που διαβιούν και εργάζονται κοντά στα ορυχεία και στους λιγνιτικούς σταθμούς παραγωγής. Επίσης μια σειρά από επιστημονικές έρευνες στην Ελλάδα αλλά και στις ΗΠΑ καταδεικνύουν τις βλαβερές συνέπειες έκθεσης στους ρύπους των λιγνιτικών σταθμών, όπως αύξηση του άσθματος και μείωση του προσδόκιμου ορίου ζωής. Για τους λόγους άλλωστε αυτούς υπάρχει και μια σημαντική ανάπτυξη της έρευνας για τη βελτίωση των αντιρρυπαντικών τεχνολογιών στους λιγνιτικούς σταθμούς της Ευρώπης, με στόχο τη μείωση των εκπομπών. Δυστυχώς όμως, η ΔΕΗ δεν έχει έως σήμερα χρησιμοποιήσει τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές στον τομέα αυτό. Καθίσταται συνεπώς σαφές ότι η ένταση των κλιματικών αλλαγών τα επόμενα χρόνια και η ανάγκη για την προστασία της δημόσιας υγείας καθιστούν την περαιτέρω αξιοποίηση του λιγνίτη μια απαγορευτική επιλογή σε επίπεδο εθνικής ενεργειακής πολιτικής. Αντιθέτως, έμφαση θα πρέπει να δοθεί στην ενίσχυση της διείσδυσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως η αιολική ενέργεια, τα φωτοβολταϊκά και τα βιοκαύσιμα αλλά και στη διεύρυνση της χρήσης του φυσικού αερίου. Η προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας έχει δε και μια έντονη κοινωνική διάσταση, καθώς οι καθαρές πηγές ενέργειας δημιουργούν περισσότερες θέσεις εργασίας από το λιγνίτη τόσο ανά μονάδα εγκατεστημένης ισχύος όσο και ανά μονάδα ενέργειας.

Όλα συνεπώς τα παραπάνω συνηγορούν στο ότι η αξιοποίηση των κοιτασμάτων λιγνίτη στην περιοχή της Ελασσόνας είναι μια πρόχειρη, αντιαναπτυξιακή και «εχθρική» προς το περιβάλλον επιλογή. Εκτός του ότι δεν βασίζεται στα νέα δεδομένα για την ενέργεια, το περιβάλλον και τις κλιματικές αλλαγές, αντιστρατεύεται και καθιστά ουσιαστικά αδύνατη την όποια προσπάθεια για τη βιώσιμη ανάπτυξη της περιοχής. Δεν είναι άλλωστε νοητό να επιδιώκει κανείς τη βιώσιμη ανάπτυξη του τεράστιου φυσικού και πολιτιστικού κεφαλαίου, που λέγεται «Όλυμπος» και ταυτόχρονα να υιοθετεί ενεργειακές πολιτικές, που μπορούν να το μετατρέψουν σε κρανίου τόπο. Δεν είναι επίσης νοητό να υιοθετούνται ενεργειακές επιλογές, που θέτουν σε κίνδυνο τις βασικές μορφές οικονομικής δραστηριότητας της περιοχής, όπως η γεωργία και η κτηνοτροφία και θα υπονομεύσουν τις προσπάθειες ανάπτυξης του οικοτουρισμού και του πολιτιστικού τουρισμού.

H παγκόσμια κοινωνία των πολιτών, που αυτές τις μέρες διαδραματίζει ένα ενεργό ρόλο στη Διάσκεψη του Μπαλί για τη λήψη άμεσων και ριζικών μέτρων για τις κλιματικές αλλαγές, μας στέλνει ένα εξαιρετικά επίκαιρο μήνυμα. Θα πρέπει να σκεφτούμε παγκόσμια και να δράσουμε τοπικά, έτσι ώστε να ματαιώσουμε με τη δράση μας τις οποιεσδήποτε επιλογές θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο το βιώσιμο μέλλον της περιοχής μας.

* Η Βίκυ Ι. Καραγεώργου είναι Δικηγόρος, Διδάκτορας Ευρωπαϊκού Δικαίου Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Κολονίας – Ειδική Επιστήμονας στο Συνήγορο του Πολίτη- Εντεταλμένη διδασκαλίας στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου.

Πηγή: Ελευθερία

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: